ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΙ ΑΛΛΟ.ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΝΤΑ.ΠΟΥ ΚΑΠΟΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΣ ΑΛΛΑ ΤΙΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΚΛΕΕΙ.ΤΙ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΓΙΑ BLOG!...
Δευτέρα, 08 Φεβρουαρίου 2010
Ο χρόνος είναι τόσο σχετικός.
Έχω τόσα ρολόγια στο συρτάρι, στην κουζίνα, στον τοίχο του χολ. Και ποιό να πιστέψω για πες μου. Ο χρόνος τρέχει σαν τρελός.
Τρέχει όταν είμαι στη δουλειά, τρέχει όταν βγάζω φωτογραφίες, τρέχει όταν χάνομαι σε παριζιάνικες νύχτες, τρέχει όταν πάω σε πάρτυ και όταν φεύγω για διήμερο. Ο χρόνος χάνεται κάπου μέσα σε όλα όσα κάνω, και πριν καν το καταλάβω με έχει φτάσει κ με έχει περάσει ήδη χίλιες φορές. Ο χρόνος καμιά φορά τρέχει εις βάρος μου, μα κάποιες άλλες με συμφέρει. Πλησιάζουν οι ζεστές μέρες. Ξέρεις, μέρες που δε σκέφτομαι, απλά νιώθω τον ήλιο πάνω μου και μου είναι αρκετό.
Έχω ένα παράπονο όμως. Δεν ξέρω αν πρέπει να αλλάξω σπίτι ή απλά μυαλό. Σίγουρα κάτι δεν πάει καλά σου λέω. Ίσως φταίνε οι φωτογραφίες που κατέβασα, ή τα έπιπλα που έβαψα για καμουφλαζ. Αλλά το σπίτι όλο είναι τόσο άδικο μαζί μου.
Ο χρόνος στο σπίτι μου σταματάει.
Κοιμάμαι πάντα απτην πλευρά σου.
Κι αν το σπίτι σε ήξερε λίγο καλύτερα, θα ήξερε οτι δεν αξίζει
Σάββατο, 03 Οκτωβρίου 2009

Ένας χειμώνας μακρυά σου. Τα παιχνίδια στέκονται ακίνητα πάνω στο κρεβάτι, εκεί που τα άφησα, πλάι στο μαξιλάρι μου. Πασχίζουν να μην αφήσουν τις ανάσες τους να ακουστούν μέσα στον παγωμένο χρόνο, κάνουν ότι μπορούν για να μη μου χτυπάνε κατάμουτρα την παρουσία τους. Την απουσία σου. Σαν να ακούω καμιά φορά βήματα απο πιόνια, το φιδάκι να σέρνεται στο ταμπλό, τα καραβάκια να στήνουν τη δική τους ναυμαχία, τα γράμματα να φτιάχνουν τις δικές τους λέξεις. Θέλουν να παίξουν, κουράστηκαν με την ακινησία, ξεχνάνε το σκοπό τους λίγο λίγο. Μα σιωπούν πάντα πολύ γρήγορα, σέβονται την κατάστασή μου φαίνεται. Κάποιες στιγμές νομίζω πως μακρυά μου περνάνε καλα, ξεδίνουν. Σα να τα βλέπω μπροστά μου όταν λείπω. Αλωνίζουν στα μεγάλα, παραγεμισμένα, άδεια δωμάτια, κάνουν παράτες με λάβαρα και κυλιούνται ξεκαρδισμένα απο τις σκανταλιές τους. Τσουλάνε, σέρνονται, τρέχουν με τις φανταστικές τους ρόδες σε φανταστικές τροχιές, βρίσκουν κι άλλες παρέες, ίσως το βάτραχο τον Ορέστη στο πάνω ράφι, ή τη μοναχική και κρυουλιάρα γάτα στο σαλόνι. Υποψιάζομαι οτι χώνονται στα βιβλία και τις εφημερίδες να δουν που πάω όταν χάνομαι, μα απογοητεύονται και απλά γλιστράνε τσακίζοντας τις σελίδες. Δεν ξέρω αν πεινάνε και αν τρώνε, μάλλον μόνο φαντασία χρειάζονται αυτά. Μα μόλις γυρίσω το κλειδί στην πόρτα, τρέχουν άναρχα και βουβά να μπουν στις θέσεις τους. Να στηθούν και να πάρουν τα γνώριμα παγωμένα βλέμματα, για να μην έχω τίποτα να ζηλέψω απο τη ζωή τους, να μην μπορώ καν να ξεσπάσω πάνω τους που παίζουν ενώ εσύ είσαι μακριά και εγώ δεν τους κάνω παρέα πια. Ένας χειμώνας χωρίς ταινίες, χωρίς εστιατόρια, χωρίς εφημερίδες, χωρίς φωλιά κάτω απο τα κρύα σκεπάσματα. Φέτος θα κρυώνω μόνη μου.
Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009
Θα φύγω. Ναι, ναι, ξέρω, το χεις ακούσει πολλές φορές. Μα, αυτή τη φορά πνίγομαι, πόσο πνίγομαι. Χθες βραδυ μου ήρθε. Συνειδητοποίησα οτι υποκρίνομαι πως ξέρω τον κόσμο, και δεν ξέρω τίποτα. Πως μπορείς να ξέρεις τον κόσμο όταν κάθε φορά γνωρίζεις και μια διαφορετική αντίδραση στην ίδια κατάσταση; Πως μπορεις να αντιδράσεις όταν ξέρεις οτι ανα πασα στιγμη τα δεδομένα σου μπορούν να αλλάξουν; Μη μου ξαναζητήσεις συμβουλή, εγώ δεν ξέρω τίποτα. Εγώ απλά λέω να παρατήσω τις δουλειές μου, γιατί όλα τα άλλα παρατημένα τα έχω έτσι κι αλλιώς, και να γυρίσω τον κόσμο. Να ρουφήξω τόση διαφορετικότητα ωστέ όταν γυρίσω, να μη μου κάνει πια τίποτα εντύπωση.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Εμείς και η πλατεία Μαβίλη. Μπροστά μια απέραντη αμμουδιά, μπορεί και κανα κυμα να σκάει που και που. Εμείς. Τρώμε. Οι δύο μας. Πάντα οι δυό μας. Όταν περιμένω όλους τους άλλους, είσαι ο μοναδικός που έρχεται. Καθόμαστε και τρώμε. Μπορεί να μιλάμε, μπορεί και να μη λέμε τίποτα, δε με πειράζει πια. Αν μιλάμε θα μιλάμε για τα δικά μας, τα λίγο καταθλιπτικά, τα όμοια, που μας έκαναν να ενωθούμε. Που μας κρατάνε μαζί σ΄αυτή την πόλη, μια μικρή παγίδα με μεγάλο όνομα. Κολλημένοι στα ίδια πράγματα, να περιμένουμε, να μην ελπίζουμε, να στηριζόμαστε στους άλλους και τους απαξιώνουμε. Και τώρα που πάμε? Πουθενά. Εγώ θέλω να φύγω. Κουράστηκα να περιμένω. Κουράστηκα να βλέπω άλλους να προσπαθούν και άλλους να κερδίζουν. Να πάω κάπου να ηρεμήσει η ψυχή μου και το μυαλό μου, να βγάλω όλα τα άχρηστα, ακόμα και να τα διαγράψω. Αν έφευγα, δεν ξέρω αν θα σε έπαιρνα μαζί μου. Εσύ πρέπει να μείνεις, όχι να ηρεμήσεις. Εσύ θα θελες να φύγεις? Να τα στείλεις όλα στο διάολο και να πας να γίνεις ψαράς? Να φεύγεις το πρωι με ένα σκονισμένο αυτοκίνητο, πολύ πρωί γιατί ο ύπνος δε θα σε πιάνει, ούτε θα νιώθεις κούραση πια. Θα έχεις στο πίσω κάθισμα όλα όσα χρειάζεσαι, μπορεί να έχει και καρότσα. Καλάμια και πετονιές και πεθαμένα ψαράκια για δόλωμα, και ψωμάκια και κανα μαχαιράκι κοφτερό να υπάρχει. I pod δεν θα έχεις, μπορεί να κουβαλάς τρανζίστορ αλλά τίποτα παραπάνω. Δεν θέλω να έχεις καρεκλάκι, μπορεί να αρκεστείς σε κάποιον βολικό βράχο, αν και εσένα τα βολικά δεν σου αρέσουν. Κ η μέρα σου θα περάσει. Μπορεί να δεις την ανατολή, μα σίγουρα τη δύση θα την αντικρίσεις, και θα θες να δεις και τ΄αστέρια. Να σου κλείσουν το μάτι λες και ξέρουν οτι ψαριά δε θα βγάλεις ούτε σήμερα, απλά θα γλιτώσεις μια ακόμα μέρα. Σπίτι δεν ξέρω τι σε περιμένει, δε με απασχολεί. Είσαι απλά ένας ψαράς. Και κάπου στην άλλη άκρη του σύμπαντος, είμαι εγώ. Την ίδια ώρα που εσύ φορτώνεις την καρότσα εγώ ανοίγω τα μάτια μου. Κοιτάζω τον λευκό τοίχο, τόσα χρόνια το ίδιο χρώμα. Την ώρα που κλείνεις τη πόρτα σηκώνομαι και ίσως να βάλω λίγη μουσική. Καθώς εσύ κοιτάζεις με την άκρη του ματιού σου τον αριστερο καθρέφτη, για να ξεπαρκάρεις απ΄τη σκονισμένη αυλή, εγώ κοιτάζω με τα δυο μου μάτια το είδωλο μου στον καθρέφτη. Μπορεί να αηδιάσω ή μπορεί να χαμογελάσω, ανάλογα τα κέφια. Το νησί δεν με έχει αλλάξει σε όλα, ακόμα ψάχνω κάτι αξιοπρεπές να φορέσω. Υγρές πατούσες νούμερο 40 αφήνουν τα ίχνη τους στο λευκό πλακάκι. Τρέχουν να προλάβουν τη μέρα. Την ίδια μέρα. Μπορεί ακόμα να γουστάρω τα ποδήλατα, ή αν βαριέμαι θα σκονίσω τα σανδάλια μου στα σοκάκια. Όσο εσύ χαιρετάς έναν χωριανό με μαύρα ρούχα και μουστάκι, με βήμα αργό, που όμως προτιμά να περπατά παρά να τον πας με το αγροτικό, γιατι γι΄αυτόν η ζωή τώρα είναι ακόμα πιο μεγάλη, όσο τον ρωτάς τα βασικά γιατί για τα παραπάνω θα βαριέσαι, όσο μουγκρίζεις συγκαταβατικά και συλλογίζεσαι αν θα έχει φουρτούνα σήμερα, εγώ ρίχνω ένα χαμόγελο σε μια κουρασμένη γυναίκα που με ρωτάει αν όλα πάνε καλά. Καλά πάνε, πως αλλιώς. Φτάνουμε μαζί. Εσύ πετάς το αυτοκίνητο στη μέση της βοτσαλωτής παραλίας, εγώ πετάω την τσάντα μου στο πάτωμα. Σε βλέπω να βγάζεις τα σύνεργα, μπορεί να βρίζεις γιατί κάτι ξέχασες, αλλά σου περνάει γρήγορα γιατί στο κάτω κάτω ο σκοπός σου δεν είναι το ψάρεμα. Με βλέπεις να βγάζω τον πηλό, λίγο νερό και λίγο χώμα, να μουτζουρώνω απο τώρα τα χέρια μου. Κάθομαι, ανοίγω τα πόδια και βάζω τη φούστα ανάμεσα τους. Σηκώνεις τα μανίκια. Σηκώνω τα μανίκια. Και η μέρα φεύγει. Δεν ξέρω αν με περιμένει κάτι σπίτι. Το μυαλό μου δεν το συγκρατεί αυτή τη στιγμή. Το μυαλό μου αυτή τη στιγμή δε θέλει να συγκρατήσει τίποτα παραπάνω εκτός απο τα πράγματα όπως θα έπρεπε να είναι.
Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Άδεια. Άδεια σου λέω ρε φίλε, τέλος εποχής, το πουλήσαμε, αυτό ήτανε. Μας κακομεταχειριστήκανε και κλείσαμε, δεν πάμε για παραπάνω. Άδεια απο τα πάντα, άδεια απο καρδιά και απο αισθήματα, άδεια απο αντοχές και απο ενοχές, άδεια απο μυαλό και απο συναισθηματική νοημοσύνη, τα πουλήσαμε όλα, άχρηστα μας βγήκανε έτσι κι αλλιώς. Να πάτε αλλού να τα ψάξετε, εμείς ότι δώσαμε δώσαμε.
Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Είναι πρωί. Ξυπνάω με όρεξη και λίγη πείνα ομολογουμένως. Με ξέρω, έχω μαντέψει από την προηγούμενη να ψωνίσω για το μπρέκφαστ μου. Τα διάλεγα χθες τόση ώρα στο αγαπημένο μου ντελικατέσεν, τα έψαχνα προσεκτικά, ζεστά και αφράτα κρουασάν, μορταδέλα που αγαπάω και τυρί, θα φτιάξω βουτυρωμένα ψωμάκια στην τοστιέρα, αυγά, μανιτάρια και ντομάτες, μπείκον για το τηγάνι, φρέσκα πορτοκάλια και γάλα φρέσκο, πράσινο.
Μπαίνω στην κουζίνα, τεντώνομαι και κοιτάω γύρω μου. Σταματάω να χασμουριέμαι και ανοίγω το ψυγείο. Εγώ και αυτό έχουμε πολλά να πούμε σήμερα. Ζεσταίνω το λάδι, βάζω την τοστιέρα στην πρίζα, βγάζω τον στίφτη και την αγαπημένη μου κούπα από τα Starbucks. Απολαμβάνω να βγάζω όλα τα υλικά και να τα αραδιάζω στον πάγκο, τώρα που έχω μεγάλη κουζίνα νιώθω να βασιλεύω στους λαδωμένους τοίχους και τα μπαχαρικά. Ναι, συμφωνώ με τον εαυτό μου ότι είναι από τα πρωινά που σηκώνουν μουσική, ένα σέξι CD δεν φτάνει, λέω να βάλω κάτι πιο δυνατό, θα πετάξει εμένα και το τηγάνι μου στα ουράνια.
Μμμμ, είναι ένα τέλειο πρωινό.
Μια στιγμή μόνο να δυναμώσω τη μουσική.
Και όλα διαλύονται. Τα αυγά σκάνε, το μπείκον καίγεται, οι ντομάτες είναι υγρές, τα μανιτάρια μυρίζουνε, τα ψωμάκια είναι μαύρα και ο χυμός έχει λήξει. Μου έχει μείνει το κρουασάν και το γάλα, ας μην είμαι και πλεονέκτρα. Μόνο που το γάλα δεν μου αρέσει ιδιαίτερα, δεν το πήρα για μένα άλλωστε, και το κρουασάν μόνο του δεν πάει κάτω.
Δεν θέλω να φάω τίποτα, ανοίγω τις κουρτίνες να δω τη μέρα, νύχτωσε κιόλας κι εγώ δεν πεινάω, ήθελα το πρωινό μου που με τόσο κόπο επέλεξα, επένδυσα σχεδόν πάνω του, και αυτό έσκασε σα φούσκα, σαν έκπτωση χωρίς υποσχέσεις.
Δεν πεινάω πια, πάω να κοιμηθώ.
Δεν με στεναχωρεί που δεν μπορείς να εκφραστείς. Με στεναχωρεί που δεν σε κάνω να εκφράζεσαι.
Σάββατο, 03 Ιανουαρίου 2009

Σήμερα είχα μια κουβέντα με το Θεό. Μη φανταστείς τίποτα πομπώδη πράγματα, σε εκκλησία, στα γόνατα, με τα χέρια διπλωμένα σε στάση ικεσίας. Ήμουν απλά σπίτι μου, σε μια κοινή καρέκλα, δεν είχα κεριά να τρεμοπαίζουν γύρω μου ούτε ψίθυρους να με αποσπούν, σαν αυτούς τους τρομαχτικούς που κάνουν οι θαμώνες του ναού συνήθως. Απλά του είπα να περάσει για λίγο, αν τον βολεύει, και αν δεν μου κρατάει μουτρά που δεν υπερασπίζομαι την ύπαρξη του. Κάτι ανάλογο είχα ξανακάνει θυμάμαι το καλοκαίρι, ένιωθα πολύ χάλια φαίνεται, μμμ, τώρα που το θυμάμαι ένιωθα τύψεις, ναι, αυτό είναι. Όπως και σήμερα. Ξεκίνησα απο τα γνωστά, του ζήτησα συγνώμη που δεν τον πιστεύω, και του έθεσα μια εργασία.
"Αν θέλεις να πιστέψω οτι υπάρχεις, βοήθησε με".
Δεν απάντησε, συνέχισα το μονόλογο.
Πριν μιλήσω σκέφτηκα λίγο, θυμήθηκα οτι την τελευταία φορά αυτό δεν είχε οδηγήσει πουθενά και είπα να αλλάξω δρόμο. Ξέρεις, συνήθως ζητάμε συγχώρεση. Ε λοιπόν αυτή τη φορά το έπαιξα αλλιώς. Του ζήτησα απλά να σταματήσει να μου βάζει δοκιμασίες, αφού βλέπει οτι δεν είμαι εγώ για τέτοια. Αναρωτήθηκα γιατί να με παιδεύει έτσι, γιατί δεν σέβεται τους δούλους του αν μη τι άλλο. Σα να με κοίταξε λίγο περίεργα, τον παραξένεψε τέτοια χάρη απο κάποιον άγνωστο, λες και μου χρωστάει στο κάτω κάτω? Τον ένιωθα, ήταν εκεί, γέλασε μαζί μου, με άγγιξε και αφουγκράστηκε την αδυναμία μου. Τον διασκέδασε μάλλον η διαπίστωση οτι κι εγώ άνθρωπος είμαι, ίσως και να χάιδεψε τα γένια του ηδονικά για μια στιγμή. Προσπάθησα να σηκώσω το ανάστημά μου στις μύτες, να φανώ υπεράνω, όχι, δεν σε έχω ανάγκη, κουβέντα να γίνεται. Μα με είχε ήδη καταλάβει. Δεν ξέρω αν ήταν ένα απλό χτύπημα στον ώμο, ένα νεύμα συγκατάβασης με μια δόση θλίψης, ένα βλέμμα απαξίωσης. Φτερούγισε. Άνοιξα τα μάτια που δεν είχα καν κλείσει. Δε ζήτησα άφεση αμαρτιών, δεν ζητάω. Ζητάω κατανόηση, ο άνθρωπος δεν αλλάζει και μην το κουράζουμε.
Παρασκευή, 02 Ιανουαρίου 2009

Όλα ξεκινάνε απο τα χέρια. Πάντα. To νιώθεις ήδη απο το ερευνητικό βλέμμα και το μικρό τρέμουλο, μάλλον η ψυχή φτερουγίζει αλλά πως εσύ να το καταλάβεις...
Θα σε κοιτάξει και θα χαμηλώσει το βλέμμα, θα δει τα χέρια σου που στέκονται κρύα πάνω σε ένα κομμάτι ύφασμα ανευ σημασίας, πάνω σε πόδια τρεμάμενα, πάνω σε ένα τραπέζι που απλά στέκεται ανάμεσά σας, γύρω απο μια κούπα καφέ που πίνεται για να σου λύσει τον κόμπο που έχεις στο λαιμό. Για κάποιον περίεργο λόγο, εκείνη τη στιγμή θέλει τα χέρια σου. Τον ελκύουν σαν ιστορία, σαν ένα κομμάτι τέχνης ανεξήγητο, θα μπορούσε να το κοιτάει για ώρες και να φτιάξει τις δικές του ιστορίες, χέρια που έχουνε χαιδέψει, που έχουνε παίξει, που έχουνε κυλήσει πάνω σε όμορφα υφάσματα και άγριες επιφάνειες, χέρια που έχουν γλιστρήσει σε πλήκτρα πιάνου, σε χορδές κιθάρας. Χέρια που έχουνε γρατζουνίσει, έχουν προκαλέσει πόνο, έχουν τυλιχτεί γύρω απο μια νευρική μπούκλα, έχουν γυρίσει σελίδες και σελίδες, έχουν απλά μείνει εκεί να αναπνεόυν απο νεύρα, απο πάθος, απο ένταση, απο φόβο. Αυτά τα χέρια θέλει να πιάσει. τόσο βαριά και φορτωμένα. Στην αρχή απλά θα τους αποσπάσει την προσοχή, το ρούχο θα μείνει μόνο του χωρίς τσάκιση, τα πόδια θα χάσουν το τέμπο τους, ο καφές θα κάνει παρέα στο ενοχλητικο έπιπλο. Θα τα πιάσει και τα φέρει κοντά στα δικά του, θα τα περιεργαστεί σαν να μην έχει ξαναδει χέρια, δάχτυλα, τόσο όμορφα και εύθραστα, κανείς δεν θα μάντευε την ιστορία τους. Μπορεί να κοιτάξει τα νύχια σου, εσύ θα νιώσεις αβολά κάνοντας πως τα κρύβεις, ή θα περηφανευτείς για το πρόσφατο μανικιούρ σου. Θα τον αφήσεις να στα χαιδέψει, ίσως πειράξει μια παρανυχίδα σου, εσύ θα πονέσεις, θα βγάλεις έναν ήχο ενόχλησης κι αυτός θα κρύψει τα δάχτυλά σου μέσα στα δικά σου για να ξεχαστείς. Και μετά, όταν όλο αυτό έχει περάσει, όταν πιστέψει πως πλέον διάβασε ότι μπορούσε για σένα απο σένα, θα το κάνει. Θα το κάνει όπως το κάνανε τόσοι πριν απο αυτόν, όπως το έκανε εκείνος ο τύπος στην ταινία που είδες προχθές και έκλαψες, όπως το έκανε το αγόρι στο παγκάκι που πέρασες απτην πλατεία και κρυφοχαμογέλασες, όπως το έκανε ο μπαμπάς σου όταν βρήκε τη μαμά σου, όπως το έκανε ο άντρας στη γυναίκα απο την αρχή που την πρωτοείδε, που την αναγνώρισε ως το άλλο του μισό σε αυτόν τον κόσμο, κάτω απο ένα δέντρο, γυμνοί και φοβισμένοι. Θα πιάσει τα χέρια σου και θα τα βάλει πάνω στα δικά του να δει πόσο μεγάλα είναι, πως εφαρμόζουν, πόσο εξέχουν, πόσο ταιριάζουν. Θα προσπαθήσει να τα ακουμπήσει ακριβώς πάνω στα δικά του, η παλάμη του θα γλιστρήσει επίτηδες πάνω κάτω για λίγο, λίγα δευτερόλεπτα επαφής παραπάνω, και θα μείνει εκεί. Και ο καφές θα κρυώσει και οι τοίχοι γύρω σας θα γκρεμιστούν, και οι άνθρωποι θα αρχίσουν να μικράινουν, όσο εσείς κοιτάτε αυτό το μαγικό πράγμα να σας συμβαίνει, τα χέρια σας μια απόλυτη κόπια.
Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Τετάρτη. Μια απλή, συνηθισμένη Τετάρτη, Οκτώβρη μήνα, όταν όλα τα σχολεία έχουν κάνει αγιασμό και όταν όλα τα βιβλία έχουν μοιραστεί. Κι όμως, για κάποιους ήταν σήμερα η πρώτη μέρα στο σχολείο, τρόπον τινά. Επίδοξοι δημοσιογράφοι και δημοσιογραφίνες, μια μικροσκοπική αίθουσα να ασφυκτιά απο εξίσου μικρούς Κακαουνάκηδες, Πανούτσους, μικρές Όλγες και μικρές Μάρες. Ακόμα και μια μικρή Μενεγάκη εντόπισα. Φοιτητές στην πρώτη τους μέρα της μετουσίωσης μιας φαντασίωσης σε κάτι πιο απτό. Φοιτητές να προσπαθούν να εντυπωσιάσουν, να κάνουν επίδειξη γνώσεων ή απλά να προσπαθούν να τους πάρει με καλό μάτι ο καθηγητής, ο δάσκαλος. Φοιτητές έτοιμοι να κατακτήσουν μια θέση στο πάνθεον των καναλιών, των ρεπορτάζ, έστω και των πάνελ. Κι εγώ κάπου εκεί, να κοιτάζω συγκεντρωμένη, προσπαθώντας να αφουγκραστώ το παλλόμενο περιβάλλον, αφού εγώ καμία θέση δεν έχω εκεί μέσα, ίσως να τους πιάνω και μια καρέκλα τζάμπα. Χωρίς το άγχος των υπολοίπων, ένιωσα και εγώ σαν την πρώτη μου μέρα στο σχολείο, πιάνοντας κάτι πρωτόγνωρο, κάτι που πάντα σνόμπαρα. Νιώθω μικρή, ακούω πράγματα που με ξεπερνάνε, με κάνουν και αναρωτιέμαι, ίσως και να κλείνω τα αυτιά καμιά φορά. Σημειώνω πράγματα, θέλω να τα θυμηθώ, μπορεί αύριο να τα έχω ξεχάσει, μουτζουρώνω το χαρτί μου. Συγκεντρώνομαι, αφαιρούμαι. Κι όμως, είμαι εδώ, και αυτό που διαβάζεις είναι η πρώτη μου εργασία για τον κύριο μας. Και για να την κάνω πάει να πει ότι, μπορεί να μας λείπουν οι κιμωλίες, οι χάρακες, τα πράσινα θρανία, μπορεί στα διαλείματα να μην παίζουμε κυνηγητό, αλλά εγώ την νεά μου αρχή θα την κάνω.
Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

Είμαι ακόμα εδώ. Έστω και ως μη έφηβη πλέον. Είμαι εδώ, πάντα με το ποδήλατο μου λαδωμένο και φουσκωμένο, έτοιμοι να φύγουμε εγώ κι αυτό, πάντα εδώ για να γκρινιάζω και να αγαπάω συγχρόνως τα ίδια πράγματα, ακόμα πιο ερωτευμένη απο ποτέ να σε κοιτάω και να λιώνω κι αστους να λένε γιατί αυτοί δεν ξέρουν. Ακόμα εδώ για να ανακαλύψω τόσα ακόμα μέρη, τόσες μουσικές, τόσα περιοδικά, τόσες φωτογραφίες, εδώ για να δώσω και να πάρω. Ακόμα εδώ για να πέφτω και να σηκώνομαι, και να ξαναπέφτω και να μένω κάτω, και να γελάω έτσι όπως είμαι κάτω, και να κλαίω και να ζω. Δεν είμαι κάτι σπουδαίο, απλά ένας ακόμη άνθρωπος που λέει οτι ήρθε για να μείνει, και θα το υποστηρίζει κι ας μην το πιστεύει παντα. Χρόνια μου πολλά...Και καλώς σας βρήκα πάλι...